merveille

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

merveille 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
merveille merveilles

merveille (fr) θηλυκό

  • θαύμα, κάτι πολύ όμορφο
    les aventures d'Alice au pays des merveilles - οι περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων