metaplasme
Εμφάνιση
Δανικά (da)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- metaplasme < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]metaplasme (da) κοινό
Καταλανικά (ca)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- metaplasme < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mə.təˈplaz.mə/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : me‐ta‐plas‐me
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]metaplasme (ca) αρσενικό
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]mĕtăplăsme (la) αρσενικό
- κλητική ενικού του mĕtăplăsmus
Οξιτανικά (oc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- metaplasme < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]metaplasme (oc) αρσενικό
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα υστερολατινικά (δανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (δανικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (δανικά)
- Δανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (δανικά)
- Γραμματική (δανικά)
- Λόγια δάνεια από τα υστερολατινικά (καταλανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (καταλανικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (καταλανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (καταλανικά)
- Καταλανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (καταλανικά)
- Γραμματική (καταλανικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (λατινικά)
- Λόγια δάνεια από τα υστερολατινικά (οξιτανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (οξιτανικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (οξιτανικά)
- Οξιτανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (οξιτανικά)
- Γραμματική (οξιτανικά)
