metaplasmenn
Εμφάνιση
Βρετονικά (br)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- metaplasmenn < (λόγιο δάνειο) γαλλική métaplasme + -enn < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]metaplasmenn (br) θηλυκό
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (βρετονικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (βρετονικά)
- Λέξεις με επίθημα -enn (βρετονικά)
- Λόγια δάνεια από τα υστερολατινικά (βρετονικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (βρετονικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (βρετονικά)
- Βρετονική γλώσσα
- Ουσιαστικά (βρετονικά)
- Γραμματική (βρετονικά)
