Μετάβαση στο περιεχόμενο

metaplasmo

Από Βικιλεξικό

Βασκικά (eu)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η βασκική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
metaplasmo < (άμεσο δάνειο) ισπανική metaplasmo < υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

metaplasmo (eu)



Γαλικιανά (gl)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η γαλικιανή Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
metaplasmo < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

metaplasmo (gl) αρσενικό



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η ισπανική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
metaplasmo < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: βασκικά: metaplasmo

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.t̪aˈplaz.mo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: metaplasmo

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

metaplasmo (es) αρσενικό (πληθυντικός metaplasmos)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η ιταλική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
metaplasmo < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.taˈplaz.mo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: metaplasmo

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

metaplasmo (it) αρσενικό (πληθυντικός metaplasmi)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

mĕtăplăsmō (la) αρσενικό



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η πορτογαλική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
metaplasmo < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

metaplasmo (pt) αρσενικό