metaplasmo
Εμφάνιση
Βασκικά (eu)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- metaplasmo < (άμεσο δάνειο) ισπανική metaplasmo < υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]metaplasmo (eu)
Γαλικιανά (gl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- metaplasmo < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]metaplasmo (gl) αρσενικό
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- metaplasmo < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ βασκικά: metaplasmo
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.t̪aˈplaz.mo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : me‐ta‐plas‐mo
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]metaplasmo (es) αρσενικό (πληθυντικός metaplasmos)
Πηγές
[επεξεργασία]- metaplasmo - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- metaplasmo < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.taˈplaz.mo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : me‐ta‐plas‐mo
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]metaplasmo (it) αρσενικό (πληθυντικός metaplasmi)
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]mĕtăplăsmō (la) αρσενικό
- δοτική και αφαιρετική ενικού του mĕtăplăsmus
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- metaplasmo < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]metaplasmo (pt) αρσενικό
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα ισπανικά (βασκικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ισπανικά (βασκικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (βασκικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (βασκικά)
- Βασκική γλώσσα
- Ουσιαστικά (βασκικά)
- Γραμματική (βασκικά)
- Λόγια δάνεια από τα υστερολατινικά (γαλικιανά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (γαλικιανά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (γαλικιανά)
- Γαλικιανή γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλικιανά)
- Γραμματική (γαλικιανά)
- Λόγια δάνεια από τα υστερολατινικά (ισπανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (ισπανικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (ισπανικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ισπανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ισπανικά)
- Ισπανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ισπανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ισπανικά)
- Γραμματική (ισπανικά)
- Λόγια δάνεια από τα υστερολατινικά (ιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (ιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (ιταλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ιταλικά)
- Ιταλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ιταλικά)
- Γραμματική (ιταλικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (λατινικά)
- Λόγια δάνεια από τα υστερολατινικά (πορτογαλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (πορτογαλικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (πορτογαλικά)
- Πορτογαλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πορτογαλικά)
- Γραμματική (πορτογαλικά)
