mettersi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

mettersi (it)

  1. βάζω κάτι πάνω μου, ντύνομαι