mettre en œuvre
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από mettre en oeuvre)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρηματική έκφραση
[επεξεργασία]mettre en œuvre (fr)
- χρησιμοποιώ (διάφορα μέσα για κάποιο σκοπό)
mettre en œuvre (fr)