miś

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mʲiɕ/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

miś (pl) αρσενικό

  1. το αρκουδάκι με τις έννοιες
    • μικρή αρκούδα
    • λούτρινο αντικείμενο με μορφή μικρής αρκούδας
    • γενικά κάθε αντικείμενο με μορφή μικρής αρκούδας
  2. συνθετική γούνα
  3. (μεταφορικά) (σκωπτικά) για χοντρό και συνήθως βραδυκίνητο άντρα
  4. (αργκό) αστυνομικός

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στην ονομαστική και κλητική του πληθυντικού παίρνει και την ειρωνική αρρενοπροσωπική μορφή misiowie κατά το pan-panowie

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]