miagolare

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

miagolare < λατινική onomatopeica

Ρήμα[επεξεργασία]

miagolare (it)

  1. κάποιος που τραγουδά, μιλάει, μονότονα
  2. νιαούρισμα της γάτας
  3. άνθρωπος που μιλάει με τρεμάμενη φωνή