middling

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

middling (en)

  • Ο μέτριος (από άποψη μεγέθους, βαθμίδας ή ποιότητας).

Συνώνυμα[επεξεργασία]