mikroskop

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Mikroskop

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mʲiˈkrɔskɔp/
mikroskop 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mikroskop (pl) αρσενικό

  1. το μικροσκόπιο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mikroskop (cs) αρσενικό

  1. το μικροσκόπιο