mimo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

mimo < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική mimo mimoj
αιτιατική mimon mimojn

mimo (eo)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmʲĩmɔ/
Ήχος 

Open book 01.svg Πρόθεση[επεξεργασία]

mimo (pl) αρσενικό

  1. παρά, παρόλο
    wyszli na spacer mimo ulewy - βγήκαν για βόλτα παρά την μπόρα (παρόλη την μπόρα)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • mimo swojej chęci: παρά την θέλησή του/της/τους

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mimo (pt)

  1. το δώρο