minimum wage
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]minimum wage (en) (μη μετρήσιμο, ενικός)
- (οικονομία) ο κατώτατος μισθός
Waiters and cleaners usually get minimum wage.
- Οι σερβιτόροι και οι καθαριστές συνήθως παίρνουν τον κατώτατο μισθό.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
minimum wage στην αγγλική Βικιπαίδεια
