miscarriage
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| miscarriage | miscarriages |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]miscarriage (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- η αποβολή, ακούσια διακοπή της εγκυμοσύνης
She had a miscarriage.
- Έκανε αποβολή.