mischief

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mischief (en)

  1. η σκανταλιά, η κατεργαριά
    this provided children an invitation for mischief
    αυτό έδωσε στα παιδιά μια πρόσκληση για να κάνουν σκανταλιές

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • boredom can be the cause of/for mischief