Μετάβαση στο περιεχόμενο

modifi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]
ρήμα modifi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας modifas modifanta modifata
αόριστος modifis modifinta modifita
μέλλοντας modifos modifonta modifota
υποθετική modifus - -
προστακτική modifu - -

modifi (eo)