modificado

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

modificado (pt) < μετοχή αορίστου του modificar

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

modificado (pt)

  1. αλλαγμένος, τροποποιημένος
  2. μεταμορφωμένος


δείτε τη λέξη: modificar