modular

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. όλες οι λέξεις που υπάρχουν στον ορισμό. Μορφοποιήση. --sarri.greek (συζήτηση) 13:18, 14 Μαΐου 2019 (UTC).


Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

modular (en)

  1. δομοστοιχειωτός, μεροσυνδετικός, αποτελούμενος από αυτοτελείς μονάδες
    • Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:: particulate
      • πολυτμηματικός, πιο ακριβές: δυνητικά αναλύσιμος σε δομικά τμήματα (δομοστοιχεία), συναρμολογούμενος
  2. (πληροφορική) δομοστοιχειωτός, αρθρωτός

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]