moitié
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| moitié | moitiés |
moitié (fr) θηλυκό
- το μισό
à moitié - κατά το ήμισυ, μισο- π.χ. à moitié plein - μισογεμάτος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- moitié - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- moitié - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online