Μετάβαση στο περιεχόμενο

moltiplicazione

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
moltiplicazione moltiplicazioni

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

moltiplicazione (it)