monótono
Εμφάνιση
Γαλικιανά (gl)
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | monótono | monótonos |
| θηλυκό | monótona | monótonas |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- monótono < αρχαία ελληνική μονότονος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /moˈno.to.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : mo‐nó‐to‐no
Επίθετο
[επεξεργασία]monótono (gl) αρσενικό
Cando algo se volve monótono, a necesidade de novos estímulos medra co tempo. - Όταν κάτι γίνεται μονότονο, η ανάγκη για νέα ερεθίσματα αυξάνεται με τον καιρό.
Πηγές
[επεξεργασία]- monótono - DRAG (Diccionario da Real Academia Galega [Λεξικό της Γαλικιανής Ακαδημίας] RAG (Real Academia Galega [Βασιλική Γαλικιανή Ακαδημία]), A Coruña [Α Κορούνια], 2017.
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | monótono | monótonos |
| θηλυκό | monótona | monótonas |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- monótono < αρχαία ελληνική μονότονος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /moˈno.to.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : mo‐nó‐to‐no
Επίθετο
[επεξεργασία]monótono (es) αρσενικό
Me hastié de esta vida monótona. Necesito adrenalina, nuevas experiencias. - Βαρέθηκα αυτή τη μονότονη ζωή. Χρειάζομαι αδρεναλίνη, καινούριες εμπειρίες.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- monótono - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | monótono | monótonos |
| θηλυκό | monótona | monótonas |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- monótono < αρχαία ελληνική μονότονος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /moˈnɔtunu/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : mo‐nó‐to‐no
Επίθετο
[επεξεργασία]monótono (pt) αρσενικό
Minha luz se apagou. Os dias monótonos me consumiam sem que eu pudesse fazer nada. - Το φως μου έσβησε. Οι μονότονες μέρες με κατανάλωναν χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (γαλικιανά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλικιανά)
- Γαλικιανή γλώσσα
- Επίθετα (γαλικιανά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ισπανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ισπανικά)
- Ισπανική γλώσσα
- Επίθετα (ισπανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ισπανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (πορτογαλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (πορτογαλικά)
- Πορτογαλική γλώσσα
- Επίθετα (πορτογαλικά)