Μετάβαση στο περιεχόμενο

monótono

Από Βικιλεξικό

Γαλικιανά (gl)

[επεξεργασία]
ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό monótono monótonos
θηλυκό monótona monótonas

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
monótono < αρχαία ελληνική μονότονος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /moˈno.to.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: motono

Επίθετο

[επεξεργασία]

monótono (gl) αρσενικό

παράδειγμα  Cando algo se volve monótono, a necesidade de novos estímulos medra co tempo. - Όταν κάτι γίνεται μονότονο, η ανάγκη για νέα ερεθίσματα αυξάνεται με τον καιρό.
  • monótono - DRAG (Diccionario da Real Academia Galega [Λεξικό της Γαλικιανής Ακαδημίας] RAG (Real Academia Galega [Βασιλική Γαλικιανή Ακαδημία]), A Coruña [Α Κορούνια], 2017.



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό monótono monótonos
θηλυκό monótona monótonas

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
monótono < αρχαία ελληνική μονότονος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /moˈno.to.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: motono

Επίθετο

[επεξεργασία]

monótono (es) αρσενικό

παράδειγμα  Me hastié de esta vida monótona. Necesito adrenalina, nuevas experiencias. - Βαρέθηκα αυτή τη μονότονη ζωή. Χρειάζομαι αδρεναλίνη, καινούριες εμπειρίες.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]
ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό monótono monótonos
θηλυκό monótona monótonas

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
monótono < αρχαία ελληνική μονότονος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /moˈnɔtunu/
τυπογραφικός συλλαβισμός: motono

Επίθετο

[επεξεργασία]

monótono (pt) αρσενικό

παράδειγμα  Minha luz se apagou. Os dias monótonos me consumiam sem que eu pudesse fazer nada. - Το φως μου έσβησε. Οι μονότονες μέρες με κατανάλωναν χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]