monolog

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Monolog

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

monolog (en)

  1. (ΗΠΑ) μονόλογος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

monolog (pl) αρσενικό

  1. ο μονόλογος



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

monolog (tr)

  1. μονόλογος