Μετάβαση στο περιεχόμενο

monosyllabe

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
monosyllabe monosyllabes

monosyllabe (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
monosyllabe monosyllabes

monosyllabe (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]