monsoon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɒnˈsuːn/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /mɑnˈsuːn/ (ΗΠΑ)
Audio (ΗΠΑ) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
monsoon monsoons

monsoon (en)

  • (άνεμος) ο μουσώνας
    The monsoons make the ground more fertile and help people get food.
    Οι μουσώνες κάνουν το έδαφος πιο γόνιμο και βοηθάνε τους ανθρώπους να πάρουν φαγητό.

Πηγές[επεξεργασία]

  • monsoon - The American Heritage Dictionary of the English Language online. Houghton Mifflin Harcourt.
  • monsoon - Cambridge Dictionary online
  • monsoon - Dictionary.com. Λήμματα από διάφορα λεξικά για την αγγλική γλώσσα. © 2019 Dictionary.com, LLC
  • monsoon - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)
  • monsoon - Merriam–Webster Online Dictionary (μονόγλωσσο λεξικό, αγγλικά, από το 1828)