Μετάβαση στο περιεχόμενο

montriĝi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
montriĝi < montr(i) + -iĝ- + -i
ρήμα montriĝi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας montriĝas montriĝanta montriĝata
αόριστος montriĝis montriĝinta montriĝita
μέλλοντας montriĝos montriĝonta montriĝota
υποθετική montriĝus - -
προστακτική montriĝu - -

montriĝi (eo)