monumenta

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

monumenta < monument + -a

Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική monumenta monumentaj
αιτιατική monumentan monumentajn

monumenta (eo)

la piramidoj estas monumentaj tomboj - οι πυραμίδες είναι μνημειώδεις τάφοι