morela

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική morela morele
γενική moreli morel / moreli
δοτική moreli morelom
αιτιατική morelę morele
οργανική morelą morelami
τοπική moreli morelach
κλητική morelo morele

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɔˈrɛla/
morela 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

morela (pl) θηλυκό

  1. η βερικοκιά
  2. το βερίκοκο