Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Αγγλικά (en)
Εναλλαγή
Αγγλικά (en)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Ουσιαστικό
1.2.1
Συγγενικά
1.3
Πηγές
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
mother-in-law
43 γλώσσες
Asturianu
বাংলা
Čeština
Cymraeg
Dansk
Deutsch
English
Eesti
Euskara
Suomi
Français
Magyar
Հայերեն
Bahasa Indonesia
Ido
Íslenska
Italiano
日本語
ಕನ್ನಡ
한국어
کٲشُر
Kurdî
Кыргызча
Lietuvių
Malagasy
മലയാളം
ဘာသာမန်
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Occitan
Oromoo
Polski
Português
Română
Русский
Simple English
Slovenčina
Svenska
தமிழ்
ไทย
Türkçe
Vèneto
中文
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
[
επεξεργασία
]
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
mother-in-law
<
mother
+
in-law
Ουσιαστικό
[
επεξεργασία
]
mother-in-law
(en)
(
οικογένεια
)
η
πεθερά
Συγγενικά
[
επεξεργασία
]
father-in-law
Πηγές
[
επεξεργασία
]
mother-in-law
-
Oxford Learner's Dictionaries
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
Οικογένεια (αγγλικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
mother-in-law
43 γλώσσες
Προσθήκη θέματος