mother wit
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]mother wit (en) χωρίς πληθυντικό
- η εκ φύσεως κοινή λογική ενός ανθρώπου, από γεννησιμιού του
mother wit (en) χωρίς πληθυντικό