mouche

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Mouche

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /muʃ/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
mouche mouches

mouche (fr)

  1. (εντομολογία) η μύγα
  2. (κομμωτική) μικρό μούσι
    → δείτε και τις λέξεις barbichette και barbe à l'impériale
    ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: μούσι

Δείτε επίσης[επεξεργασία]