Μετάβαση στο περιεχόμενο

mouchoir

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mouchoir mouchoirs

mouchoir (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]