moulé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: moule

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό moulé moulés
θηλυκό moulée moulées

moulé (fr)

  1. φτιαγμένος με ένα καλούπι
    δείτε τη λέξη moule
  2. (αρχιτεκτονική) διακοσμημένος με ανάγλυφα στολίδια
    δείτε τη λέξη moulure

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]