mountaintop
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| mountaintop | mountaintops |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mountaintop (en)
- (γεωγραφία) η βουνοκορφή
| ενικός | πληθυντικός |
| mountaintop | mountaintops |
mountaintop (en)