mousquet

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
mousquet mousquets

mousquet (fr) αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) παλαιότερο είδος πιστολιού