Μετάβαση στο περιεχόμενο

mousson

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mousson moussons

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mousson (fr) θηλυκό