mouthpiece

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mouthpiece (en)

  1. το επιστόμιο ενός μουσικού οργάνου
  2. στομίδα
  3. (μεταφορικά) το φερέφωνο