Μετάβαση στο περιεχόμενο

mover

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mover < move + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mover movers

mover (en)

  • ο υπάλληλος μετακόμισης
    παράδειγμα  I hired movers to help me move into my new place.
    Προσέλαβα υπάλληλους μετακόμισης για να με βοηθήσουν να μετακομίσω στο καινούριο μου σπίτι.