much
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | much |
| συγκριτικός | more |
| υπερθετικός | most |
much (en)
- πολύς, χρησιμοποιείται με μη μετρήσιμα ουσιαστικά για να δείξει μεγάλη ποσότητα από κάτι
I don’t have much with me.
- Δεν έχω πολλά μαζί μου.
She earns much (=money).
- Κερδίζει πολλά (=χρήματα).
He knows/hides/promises much.
- Ξέρει/κρύβει/υπόσχεται πολλά.
- → δείτε την αντωνυμία a lot
- χρησιμοποιείται μετά το επίρρημα how για να ρωτήσει για το ποσό του κάτι
You don't know how much I miss you.
- Δεν ξέρεις πόσο μου λείπεις.
How much did you pay for it?
- Πόσο το πλήρωσες;
- → δείτε τη φραση how much
- χρησιμοποιείται με τα as, so, this, that, too και very για να σχηματίσει διάφορες φράσεις
I had two times as much.
- Είχα δύο φορές τόσες.
Take as much as you like.
- Πάρε όσο θέλεις.
I have done so much for you.
- Έχω κάνει τόσα για σένα.
The food is too much that I can’t finish it.
- Το φαγητό είναι τόσο, ώστε δεν μπορώ να το τελειώσω.
- → δείτε τις φράσεις as much, as much as, so much, that much, this much, too much και very much για περισσότερα παραδείγματα
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]much (en) (χωρίς παραθετικά)
Επίρρημα
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | much |
| συγκριτικός | more |
| υπερθετικός | most |
much (en)
- πολύ, συχνά, σε μεγάλο βαθμό
much better/worse/more - πολύ καλύτερος/χειρότερος/περισσότερος
much earlier/later - πολύ νωρίτερα/αργότερα
I don’t like beer much.
- Δεν μου αρέσει πολύ η μπίρα.
He is very good, but Peter is much better.
- Είναι πολύ καλός, αλλά ο Πέτρος είναι πολύ καλύτερος.
I am feeling much better today.
- Νιώθω πολύ καλύτερα σήμερα.
He looks much better.
- Δείχνει πολύ καλύτερα.
Maybe you are working too much?
- Μήπως δουλεύετε υπερβολικά πολύ;
I don't travel very much.
- Δεν ταξιδεύω συχνά.
- → δείτε τις φράσεις so much, too much και very much για περισσότερα παραδείγματα
- → και δείτε το επίρρημα a lot
Αντώνυμα
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | much |
| συγκριτικός | more |
| υπερθετικός | most |
much (en)
- πολύς, χρησιμοποιείται με μη μετρήσιμα ουσιαστικά για να δείξει μεγάλη ποσότητα από κάτι
much food/salt/vinegar - πολύ φαΐ/αλάτι/ξίδι
much salsa/salad - πολλή σάλτσα/σαλάτα
much money - πολλά λεφτά
We don’t have much time.
- Δεν έχουμε πολύ χρόνο.
Do you drink much milk?
- Πίνετε πολύ γάλα;
- → δείτε τον προσδιοριστή a lot
- χρησιμοποιείται μετά το επίρρημα how για να ρωτήσει για το ποσό του κάτι
How much butter do you want?
- Πόσο βούτυρο θέλεις;
- → δείτε τη φραση how much
- χρησιμοποιείται με τα as, so, this, that, too και very για να σχηματίσει διάφορες φράσεις
He needed exactly as much time as he had calculated.
- Χρειάστηκε τόσο χρόνο, όσο ακριβώς είχε υπολογίσει.
One bank gives this much percent interest and the other that much.
- Η μία τράπεζα δίνει τόκο τόσα τα εκατό και η άλλη τόσα.
Ice cream contains too much sugar.
- Το παγωτό περιέχει υπερβολική ζάχαρη.
- → δείτε τις φράσεις as much, as much as, so much, that much, this much, too much και very much για περισσότερα παραδείγματα
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- χρησιμοποιείται μόνο με μη μετρήσιμα ουσιαστικά
- many χρησιμοποιείται με μετρήσιμα ουσιαστικά
- → δείτε τις σημειώσεις του many για περισσότερες πληροφορίες
Παράγωγα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- much (determiner, pronoun) - Oxford Learner's Dictionaries
- much (adverb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 721-722, 723. ISBN 9780194325684., λήμμα: πολύ, πολύς