mucilage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

mucilage < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
mucilage mucilages

mucilage (fr) αρσενικό

  1. φυτική ουσία που, όταν βρέχεται, αποκτά μεγάλο όγκο· χρησιμοποιείται στη φαρμακολογία