Μετάβαση στο περιεχόμενο

muffler

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
muffler < muffle + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
muffler mufflers

muffler (en)