multilingual

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

multilingual < multi- + lingual < λατινική multi + lingua

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

multilingual (en)

  1. που αναφέρεται ή σχετίζεται με πολλές γλώσσες
    συνώνυμα: translingual
  2. (για άνθρωπο) πολύγλωσσος