Μετάβαση στο περιεχόμενο

multitude

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
multitude multitudes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

multitude (fr) θηλυκό