Μετάβαση στο περιεχόμενο

museau

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
museau < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική musel, υποκοριστικό του muse < δημώδης λατινική mūsum < άγνωστης ετυμολογίας[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /myˈzo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: museau

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
museau museaux

museau (fr) αρσενικό

  1. το ρύγχος των ζώων· η μουσούδα, το μουσούδι
     συνώνυμα: groin
  2. (οικείο, ειρωνικό) το πρόσωπο του ανθρώπου· η μουσούδα, το μούτρο
     συνώνυμα: bec, gueule

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. museau - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé