Μετάβαση στο περιεχόμενο

musicalité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
musicalité musicalités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

musicalité (fr) θηλυκό