must

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

must (en)

  1. μούστος
  2. κάτι που θεωρείται πρέπον, ενδεδειγμένο
  3. musth

Ρήμα[επεξεργασία]

must (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

must (fr) αρσενικό άκλιτο

  1. (οικείο) κάτι που θεωρείται πρέπον, ενδεδειγμένο



Εσθονικά (et) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

must (et)