must

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

must (en)

  1. μούστος
  2. κάτι που θεωρείται πρέπον, ενδεδειγμένο
  3. musth

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

must (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

must (fr) αρσενικό άκλιτο

  1. (οικείο) κάτι που θεωρείται πρέπον, ενδεδειγμένο



Εσθονικά (et) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

must (et)