mustache
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| mustache | mustaches |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mustache (en)
- (αμερικανική γραφή) το μουστάκι
One day he showed up with a shaved mustache.
- Μια μέρα εμφανίστηκε με ξυρισμένο το μουστάκι του.