mutil

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βασκικά (eu) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mutil (eu)

  1. το αγόρι
     αντώνυμα: neska
  2. ο υπηρέτης