muzeum

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική muzeum muzea
γενική muzeów
δοτική muzeom
αιτιατική muzea
οργανική muzeami
τοπική muzeach
κλητική muzea

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

muzeum < λατινική musaeum < αρχαία ελληνική Μουσεῖον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /muˈzɛum/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

muzeum (pl) ουδέτερο

  1. το μουσείο