muzzle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

muzzle (en)

  1. η μουσούδα (το τμήμα του κεφαλιού ζώων, στόμα και μύτη, που προεξέχει)
  2. το φίμωτρο ζώου που έχει μακρόστενη μουσούδα (και όχι gag*)

Ρήμα[επεξεργασία]

muzzle (en)