mydlo
Εμφάνιση
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- mydlo < (κληρονομημένο) πρωτοσλαβική *mydlo, παράβαλε: τσεχική mýdlo, πολωνική mydło, ρωσική мы́ло
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈmi.dɫɔ/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : my‐dlo
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mydlo (sk) ουδέτερο
- το σαπούνι