Μετάβαση στο περιεχόμενο

myopathie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
myopathie myopathies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

myopathie (fr) θηλυκό